Τέλος εποχής: Κλείνει μετά από 111 χρόνια το ιστορικό μαγαζί της Αθήνας

October 31, 2026

Τέλος εποχής: Κλείνει μετά από 111 χρόνια το ιστορικό μαγαζί της Αθήνας


Διαφ.

Ένας ολόκληρος αιώνας αναμνήσεων, ανθρώπινων σχέσεων, πολιτικών συζητήσεων και καθημερινών συναντήσεων φτάνει σε άδικο τέλος του στην καρδιά των Εξαρχείων. Η ιστορική «Μουριά», το παραδοσιακό καφενείο που από το 1915 αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της αθηναϊκής γειτονιάς, ολοκληρώνει τη διαδρομή του έπειτα από 111 χρόνια λειτουργίας, αφήνοντας πίσω του μια σημαντική κοινωνική και πολιτιστική παρακαταθήκη.

Στη συμβολή των οδών Χαριλάου Τρικούπη και Καλλιδρομίου, τα τραπέζια του καφενείου έχουν γεμίσει τις τελευταίες ημέρες με ανθρώπους που επιθυμούν να το επισκεφθούν για μία ακόμη φορά. Πρόκειται για ένα στέκι που ουδέποτε αντιμετώπισε έλλειψη πελατείας, ωστόσο η ατμόσφαιρα πλέον είναι διαφορετική. Παλιοί φίλοι, κάτοικοι, καλλιτέχνες και άνθρωποι που πέρασαν από εκεί έστω και περιστασιακά επιστρέφουν για να αποχαιρετήσουν έναν χώρο που διατήρησε ζωντανή την εικόνα μιας άλλης Αθήνας.

Τέλος εποχής: Κλείνει μετά από 111 χρόνια το ιστορικό μαγαζί της Αθήνας

Η προοπτική να σταματήσει η λειτουργία της «Μουριάς» είχε προκαλέσει έντονη αναστάτωση ήδη από τον Μάιο, όταν έγινε γνωστό το ενδεχόμενο του οριστικού κλεισίματος. Για πολλούς κατοίκους των Εξαρχείων, το συγκεκριμένο καφενείο αποτελούσε ένα από τα ελάχιστα σταθερά σημεία αναφοράς μέσα σε μια περιοχή που μεταμορφώνεται συνεχώς.

Διαφ.

Η εξάπλωση των καταλυμάτων βραχυχρόνιας μίσθωσης, η ανάπτυξη ξενοδοχειακών μονάδων και η αντικατάσταση παραδοσιακών χώρων συνάντησης από επιχειρήσεις brunch και wine bars έχουν επηρεάσει σημαντικά τον χαρακτήρα της γειτονιάς. Παρά τις αλλαγές αυτές, ελάχιστοι μπορούσαν να φανταστούν ότι ένα καφενείο με τόσο βαθιές ιστορικές ρίζες θα ακολουθούσε την ίδια πορεία.

Διαφ.

Η αντίδραση υπήρξε άμεση και ξεπέρασε τα γεωγραφικά όρια των Εξαρχείων. Περισσότεροι από 6.000 άνθρωποι υπέγραψαν μέσα σε λίγες ημέρες αίτημα για την αναγνώριση της «Μουριάς» ως νεότερου μνημείου σύγχρονης πολιτιστικής κληρονομιάς, με στόχο να προστατευθεί η συνέχιση της λειτουργίας της.

Διαφ.

Τέλος εποχής: Κλείνει μετά από 111 χρόνια το ιστορικό μαγαζί της Αθήνας

Τον Ιούνιο του 2026, το Δημοτικό Συμβούλιο Αθηναίων τάχθηκε ομόφωνα υπέρ του αιτήματος που είχε καταθέσει ο άνθρωπος που λειτουργεί το καφενείο, ενώ υποστήριξη εκφράστηκε και από επαγγελματικούς φορείς, μεταξύ των οποίων η Ένωση Επαγγελματιών Εστίασης Αθήνας. Ωστόσο, οι απαιτούμενες διαδικασίες για την επίσημη αναγνώριση του χώρου ως μνημείου χρειάζονται χρόνο. Μέχρι στιγμής δεν έχει εκδοθεί κάποια δεσμευτική απόφαση για τους ιδιοκτήτες του ακινήτου, με αποτέλεσμα το κλείσιμο να προχωράει κάτω από άδικες συνθήκες.

Το τελευταίο αντίο έχει προγραμματιστεί για το Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026, με μια αποχαιρετιστήρια γιορτή. Την Κυριακή, ο Χρήστος Βάνας, που έχει συνδέσει 44 χρόνια επαγγελματικής και προσωπικής ζωής με τη «Μουριά», πρόκειται να παραδώσει τα κλειδιά στους ιδιοκτήτες του ακινήτου.

Πίσω από αυτή την εξέλιξη βρίσκονται δεκάδες προσωπικές ιστορίες. Οι άνθρωποι που μίλησαν στο Orange Press Agency περιγράφουν έναν χώρο όπου η επίσκεψη δεν περιοριζόταν στην κατανάλωση ενός καφέ ή ενός ποτού. Η «Μουριά» λειτουργούσε ως μια καθημερινή κοινότητα, στην οποία δημιουργούνταν φιλίες, ανταλλάσσονταν απόψεις και διατηρούνταν δεσμοί ανάμεσα σε διαφορετικές γενιές.

Τέλος εποχής: Κλείνει μετά από 111 χρόνια το ιστορικό μαγαζί της Αθήνας

Συγκινούν οι μαρτυρίες της κοινότητας για τη «Μουριά»: «Ενταφιάζεται η πολιτική μας νιότη»
Ανάμεσα στους ανθρώπους που αποχαιρετούν το καφενείο βρίσκεται ο ηθοποιός Στέλιος Γούτης, γνωστός στο τηλεοπτικό κοινό από την ερμηνεία του παπα-Τριαντάφυλλου στη σειρά «Το Καφέ της Χαράς». Για τον ίδιο, η μεγαλύτερη αξία της «Μουριάς» ήταν η αίσθηση οικειότητας. Όποιος περνούσε από εκεί, ιδιαίτερα τις μεσημεριανές ώρες, μπορούσε σχεδόν πάντα να συναντήσει κάποιον γνωστό και να ξεκινήσει μια κουβέντα. Η απώλεια αυτής της καθημερινής δυνατότητας τον στενοχωρεί, παρότι εκφράζει τη βεβαιότητα ότι θα συνεχίσει να συναντά τον Χρήστο Βάνα σε μέρη όπως τα Πράματα, τα Άγναντα και τα Μάλαντα.

Ο ηθοποιός θυμάται επίσης ότι η παρέα του καφενείου παρέμενε ενωμένη ακόμη και όταν κάποιο μέλος της έφευγε από τη ζωή. Τις ημέρες που ακολουθούσαν, οι φίλοι συγκεντρώνονταν και κάποιοι αναλάμβαναν να κεράσουν τσίπουρο στη μνήμη του ανθρώπου που είχαν χάσει.

Τέλος εποχής: Κλείνει μετά από 111 χρόνια το ιστορικό μαγαζί της Αθήνας
Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η ιστορία του Θανάση, ο οποίος συνδέεται με τη «Μουριά» από τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Έφτασε στην Αθήνα από το χωριό του το 1971 και δύο χρόνια αργότερα, το 1973, ήπιε τον πρώτο του καφέ σε ένα συγκεκριμένο γωνιακό τραπέζι του καταστήματος. Από τότε, η παρουσία του εκεί έγινε σταθερή συνήθεια. Όταν η κόρη του ήταν έξι ή επτά ετών, την έφερνε μαζί του για να απολαύσει την πορτοκαλάδα της. Σήμερα εκείνη είναι περίπου 43 με 44 ετών, ενώ τα τελευταία δύο με τρία χρόνια την ίδια παράδοση συνεχίζει ο εγγονός του.

Όταν ο μικρός πληροφορήθηκε ότι το καφενείο πρόκειται να κλείσει, αναρωτήθηκε πού θα μπορούν πλέον να πηγαίνουν μαζί, ώστε ο παππούς να πίνει τον καφέ του και εκείνος την αγαπημένη του πορτοκαλάδα. Η παιδική απορία αποτυπώνει με τον πιο απλό τρόπο το συναισθηματικό βάρος ενός χώρου που κατάφερε να συνδέσει τρεις γενιές της ίδιας οικογένειας.

Ο Θανάσης θυμάται ακόμη ότι γύρω από τα τραπέζια συγκεντρώνονταν τεχνίτες, άνθρωποι των γραμμάτων και επαγγελματίες διαφορετικών ειδικοτήτων. Η «Μουριά» δεν ήταν μόνο τόπος ψυχαγωγίας, αλλά και σημείο όπου μπορούσαν να προκύψουν επαγγελματικές συνεργασίες.

Υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, ψυκτικοί και άλλοι εργαζόμενοι συναντιούνταν εκεί, συζητούσαν και συχνά συμφωνούσαν για δουλειές. Ο ίδιος, που εργαζόταν ως ψυκτικός, θυμάται ότι γνώρισε τον Χρήστο Βάνα πριν από σχεδόν πενήντα χρόνια, όταν εκείνος εργαζόταν ως σερβιτόρος στο καφενείο, το οποίο τότε διαχειρίζονταν δύο ηλικιωμένοι άνδρες. Αργότερα ο Χρήστος ανέλαβε τη λειτουργία του.

Αυτό που προβληματίζει περισσότερο τον Θανάση δεν είναι η αναζήτηση ενός άλλου καταστήματος. Άλλωστε, όπως επισημαίνει, στα Εξάρχεια υπάρχουν αρκετά σημεία όπου μπορεί κάποιος να καθίσει για καφέ. Εκείνο που δεν αντικαθίσταται είναι η δυνατότητα να βρίσκει χωρίς προηγούμενη συνεννόηση φίλους όπως ο Ορέστης και ο Λευτέρης. Με το κλείσιμο του κοινού τους στεκιού, αισθάνεται ότι ολόκληρη η παρέα χάνει το σημείο που τη διατηρούσε ενωμένη.

Μια διαφορετική διάσταση της ιστορίας του καφενείου αναδεικνύει η Ζωή, η οποία τονίζει ότι η «Μουριά» είχε καταφέρει να ξεπεράσει τα στερεότυπα που συνδέονταν παραδοσιακά με τους ανδροκρατούμενους χώρους αυτού του είδους.

Για την ίδια, ήταν ένα περιβάλλον στο οποίο οι γυναίκες μπορούσαν να συμμετέχουν ισότιμα, να αισθάνονται άνετα και να αναπτύσσουν φιλίες. Παράλληλα, αποτελούσε χώρο καλλιτεχνικής δημιουργίας και πολιτιστικής έκφρασης.Στους τοίχους του φιλοξενούνταν αφίσες, πίνακες ζωγραφικής και έργα που είχαν αφήσει ή εμπνευστεί καλλιτέχνες. Εκεί πραγματοποιούνταν παρουσιάσεις βιβλίων, πολιτικές συγκεντρώσεις και συναντήσεις με πολιτικές προσωπικότητες.

Η Ζωή αναφέρεται ιδιαίτερα σε ιστορικά φωτογραφικά τεκμήρια που συνδέονταν με σημαντικές στιγμές της πολιτικής ζωής, όπως μια ανοιχτή συνέλευση στη Νομική, κατά την οποία πραγματοποιήθηκε δημόσια ψηφοφορία. Τέτοιες εικόνες αποτελούσαν μέρος της ιδιαίτερης ταυτότητας του καφενείου και της σχέσης του με την ιστορική μνήμη.

Στο ίδιο τραπέζι βρίσκεται και ο Κώστας, μαζί με τη σκυλίτσα του, τη Ζέλντα. Η παρουσία του ζώου αποτελεί ακόμη μία μικρή, χαρακτηριστική ιστορία της καθημερινότητας στη «Μουριά», καθώς η Ζέλντα μεγάλωσε εκεί και απέκτησε ακόμη και προσωπική καρέκλα. Μάλιστα, ο Χρήστος είχε γράψει ο ίδιος το όνομά της στην πίσω πλευρά της.

Ο Κώστας θεωρεί ότι με το κλείσιμο χάνεται ακόμη ένας χώρος με ξεχωριστή προσωπικότητα. Παρότι στη γύρω περιοχή λειτουργούν πολλά καταστήματα, κανένα δεν μπορεί, κατά την άποψή του, να αντικαταστήσει την ανθρώπινη ζεστασιά της «Μουριάς». Η ατμόσφαιρα θύμιζε οικογένεια, ακόμη και ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν διατηρούσαν στενές φιλίες. Όλοι γνώριζαν ο ένας τον άλλον, συνομιλούσαν και αντάλλασσαν σκέψεις, δημιουργώντας ένα ζωντανό δίκτυο επικοινωνίας.

Στη σημασία των παραδοσιακών καφενείων ως χώρων συλλογικής ζωής αναφέρεται και ο Αργύρης. Όπως εξηγεί, τα διάφορα στέκια των Εξαρχείων είχαν διαμορφώσει ξεχωριστές κοινότητες, με σταθερούς θαμώνες, ιδιαίτερες αντιλήψεις και διαφορετικούς πολιτικούς προσανατολισμούς.

Υπήρχαν καφενεία με αριστερή ταυτότητα, άλλα με δεξιά και ορισμένα στα οποία συνυπήρχαν άνθρωποι διαφορετικών ιδεολογιών. Αυτή η πολυμορφία αποτελούσε σημαντικό στοιχείο της κοινωνικής φυσιογνωμίας της περιοχής.

Ο Αργύρης συνδέει την υποχώρηση αυτής της κουλτούρας με το φαινόμενο του εξευγενισμού των αστικών περιοχών, γνωστό διεθνώς ως gentrification. Η αυξανόμενη παρουσία τουριστών, επισκεπτών από το εξωτερικό και ανθρώπων που ακολουθούν νέες καταναλωτικές τάσεις μεταβάλλει σταδιακά τον χαρακτήρα της γειτονιάς.

Η ανησυχία του δεν αφορά απλώς την αντικατάσταση ενός παλιού καταστήματος από ένα σύγχρονο. Θεωρεί ότι ένας νέος, δημοφιλής χώρος με υψηλότερο ενοίκιο δύσκολα θα μπορέσει να δημιουργήσει την ίδια σταθερή κοινότητα, να αποκτήσει διαχρονικούς θαμώνες και να αναπτύξει ουσιαστική σχέση με τους κατοίκους.

Παρά την απογοήτευσή του, δεν επιθυμεί ο αποχαιρετισμός να περιοριστεί στη θλίψη. Αντιμετωπίζει τη «Μουριά» ως ένα διαχρονικό παράδειγμα υπεροχής των κοινωνικών δεσμών απέναντι στην εμπορική λογική. Υπενθυμίζει ότι τα Εξάρχεια έχουν γνωρίσει τόσο νίκες όσο και πολλές ήττες, αλλά η ιστορία του καφενείου αποτελεί μια κατάκτηση που αξίζει να παραμείνει στη συλλογική μνήμη.

Ανάλογη είναι η προσέγγιση του Επαμεινώνδα, ο οποίος περιγράφει το καφενείο ως μια μικρογραφία της γειτονιάς. Εκεί μπορούσε κανείς να συναντήσει φίλους, γνωστούς, ανθρώπους με τους οποίους συμφωνούσε αλλά και άλλους με τους οποίους διαφωνούσε. Αυτή η συνύπαρξη διαφορετικών προσωπικοτήτων μετέτρεπε τη «Μουριά» σε ένα ανεπίσημο κέντρο πολιτικής πληροφόρησης. Ο Επαμεινώνδας θυμάται ότι οι συζητήσεις μπορούσαν να αποτυπώσουν τις εκλογικές τάσεις ακόμη και δέκα ημέρες πριν από μια αναμέτρηση, ανεξάρτητα από τις προσωπικές πολιτικές προτιμήσεις των συνομιλητών.

Με χιούμορ επισημαίνει επίσης ότι πολλές ειδήσεις κυκλοφορούσαν πρώτα ανάμεσα στους θαμώνες του καφενείου και στη συνέχεια έφταναν στους δημοσιογράφους.

Ιδιαίτερα έντονη είναι η συναισθηματική φόρτιση και για τον Στρατή, ο οποίος ανατρέχει στις εποχές που, παρότι ήταν ήδη σαράντα ετών, θεωρούνταν ένας από τους νεότερους της παρέας.Θυμάται ένα κεντρικό τραπέζι που αποτελούσε το σταθερό σημείο συγκέντρωσης των τακτικών επισκεπτών. Δεν χρειαζόταν να κανονίσει κανείς συνάντηση, αφού γνώριζε ότι θα έβρισκε εκεί ανθρώπους για συζήτηση. Από εκείνη την παρέα, τουλάχιστον έξι ή επτά μέλη δεν βρίσκονται πλέον στη ζωή.

Οι συζητήσεις είχαν συχνά ιδιαίτερη ένταση και πνευματικό ενδιαφέρον. Ο Όμηρος, η «Ιλιάδα», η «Οδύσσεια», η λογοτεχνία και η πολιτική αποτελούσαν αφορμές για πολύωρες αντιπαραθέσεις, με τους συμμετέχοντες να υπερασπίζονται με πάθος τις απόψεις τους.

Πίσω από τέτοιες αφηγήσεις κρύβεται μια ολόκληρη εποχή κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Για τον Στρατή, το τέλος της «Μουριάς» μοιάζει με αποχαιρετισμό στην πολιτική νεότητα μιας γενιάς που μεγάλωσε μέσα από συλλογικές συζητήσεις, αντιπαραθέσεις και κοινές εμπειρίες. Από το ιστορικό καφενείο πέρασαν δημοσιογράφοι, πολιτικοί, καλλιτέχνες και σημαντικές προσωπικότητες, αλλά και αμέτρητοι καθημερινοί άνθρωποι που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του ιδιαίτερου χαρακτήρα του.

Ο ίδιος εύχεται το τέλος αυτού του κεφαλαίου να επιτρέψει κάποτε τη δημιουργία ενός νέου χώρου με αντίστοιχο ενδιαφέρον, ικανού να γεννήσει καινούργιες φιλίες και αναμνήσεις.

Η «Μουριά» αποχαιρετά τα Εξάρχεια έπειτα από 111 χρόνια, αφήνοντας ένα κενό που δεν μετριέται μόνο με την απουσία ενός καταστήματος από τη γωνία δύο δρόμων. Μαζί της απομακρύνεται ένας τρόπος καθημερινής επικοινωνίας, στον οποίο η ανθρώπινη επαφή δεν απαιτούσε προγραμματισμό και η συντροφικότητα είχε μεγαλύτερη σημασία από την κατανάλωση.

Οι ιστορίες των ανθρώπων της, από τον παππού που μοιραζόταν το ίδιο τραπέζι με την κόρη και τον εγγονό του μέχρι τους καλλιτέχνες, τους τεχνίτες και τις πολιτικοποιημένες παρέες, συνθέτουν ένα μοναδικό κομμάτι της ιστορίας της Αθήνας. Και μπορεί τα τραπέζια να αδειάσουν και τα κλειδιά να παραδοθούν, όμως οι αναμνήσεις που δημιουργήθηκαν επί περισσότερο από έναν αιώνα θα συνεχίσουν να ζουν μέσα από εκείνους που γνώρισαν τη «Μουριά» ως κάτι πολύ περισσότερο από ένα παραδοσιακό καφενείο.


Πηγή