Με σημαντικές διευρύνσεις στα κριτήρια επιλεξιμότητας και ενισχυμένο προϋπολογισμό σχεδιάζεται η επόμενη φάση της κρατικής στεγαστικής πολιτικής. Το νέο πρόγραμμα «Σπίτι μου 3» έρχεται να προσφέρει ουσιαστικές ευκαιρίες απόκτησης πρώτης κατοικίας, λαμβάνοντας υπόψη τις αυξημένες απαιτήσεις και τις τρέχουσες συνθήκες που επικρατούν στην εγχώρια κτηματαγορά.
Προϋπολογισμός και χρονοδιάγραμμα εφαρμογής
Ο τρίτος κατά σειρά κύκλος της στεγαστικής πρωτοβουλίας θα διαθέτει συνολικό προϋπολογισμό που ανέρχεται σε 2 δισεκατομμύρια ευρώ. Η υλοποίηση του εγχειρήματος θα πραγματοποιηθεί μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας.
Σύμφωνα με τον υφιστάμενο προγραμματισμό, η επίσημη έναρξη και ενεργοποίηση του προγράμματος υπολογίζεται για τον Ιανουάριο του 2027. Κύριος στόχος παραμένει η παροχή χαμηλότοκων στεγαστικών δανείων προς τους δικαιούχους, διευκολύνοντας την πρόσβασή τους στην ιδιοκτησία ακινήτων.
Νέα ηλικιακά όρια και εισοδηματικές κατηγορίες
Σε σύγκριση με τον προηγούμενο κύκλο, τα κριτήρια ένταξης γίνονται αισθητά πιο ευέλικτα. Το ηλικιακό όριο των ενδιαφερομένων διευρύνεται, καλύπτοντας πλέον πολίτες από 25 έως και 55 ετών, παρέχοντας τη δυνατότητα συμμετοχής σε άτομα που είχαν αποκλειστεί παλαιότερα λόγω του προηγούμενου ανώτατου ορίου των 50 ετών.
Όσον αφορά τα εισοδηματικά κριτήρια, διαμορφώνονται αναλογικά με την οικογενειακή κατάσταση:
- Άγαμοι, διαζευγμένοι ή μέρη συμφώνου συμβίωσης χωρίς παιδιά: Ετήσιο εισόδημα έως 25.000 ευρώ.
- Έγγαμοι ή μέρη συμφώνου συμβίωσης: Βασικό όριο έως 35.000 ευρώ, το οποίο προσαυξάνεται κατά 7.000 ευρώ για κάθε εξαρτώμενο τέκνο. Συνεπώς, για ζευγάρι με ένα παιδί το όριο φτάνει τις 42.000 ευρώ, με δύο παιδιά τις 49.000 ευρώ και με τρία παιδιά τις 56.000 ευρώ.
- Μονογονεϊκές οικογένειες: Αρχικό όριο 39.000 ευρώ, με επιπλέον 7.000 ευρώ για κάθε παιδί μετά το πρώτο. Έτσι, διαμορφώνεται στις 39.000 ευρώ με ένα τέκνο, στις 46.000 ευρώ με δύο και στις 53.000 ευρώ με τρία τέκνα.
Ανώτατο ύψος δανείου και ποσοστό χρηματοδότησης
Το μέγιστο ποσό της δανειοδότησης αυξάνεται στις 230.000 ευρώ, από τις 190.000 ευρώ που ίσχυαν προγενέστερα. Η κάλυψη της τραπεζικής χρηματοδότησης δύναται να αγγίξει το 90% της εμπορικής αξίας του ακινήτου, πάντα υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτών πληροί τα τραπεζικά κριτήρια πιστοληπτικής ικανότητας.
Για παράδειγμα, στην περίπτωση αγοράς κατοικίας αξίας 200.000 ευρώ, το δάνειο μπορεί να διαμορφωθεί έως τις 180.000 ευρώ. Αν η αξία της κατοικίας ανέρχεται στις 250.000 ευρώ, η χρηματοδότηση φτάνει έως τις 225.000 ευρώ. Για ακίνητο αξίας 300.000 ευρώ, εφαρμόζεται το ανώτατο πλαφόν των 230.000 ευρώ, γεγονός που σημαίνει ότι ο αγοραστής θα πρέπει να καταβάλει τουλάχιστον 70.000 ευρώ από ίδια κεφάλαια, συν τα επιπλέον συμβολαιογραφικά και μεταβιβαστικά έξοδα.
Για την καλύτερη προσαρμογή στις αυξημένες τιμές των ακινήτων, η ανώτατη επιτρεπόμενη αξία της αγοραζόμενης κατοικίας τοποθετείται πλέον στις 300.000 ευρώ, έναντι του προηγούμενου ορίου των 250.000 ευρώ.
Παράλληλα, για τις πολυμελείς οικογένειες με περισσότερα από τέσσερα παιδιά, σχεδιάζεται αύξηση του ανώτατου επιτρεπόμενου εμβαδού πέραν των 150 τετραγωνικών μέτρων που αποτελεί το βασικό όριο, με τις ακριβείς λεπτομέρειες να αναμένονται στις επίσημες ανακοινώσεις.