Σοκαριστικές διαστάσεις λαμβάνει η έξαρση του ακραίου μισογυνισμού και της παρενόχλησης που υφίστανται καθημερινά νεαρές μαθήτριες στη βορειοανατολική Αγγλία. Μέσα από μια ταινία μικρού μήκους που δημιούργησαν οι ίδιες, αποφάσισαν να σπάσουν τη σιωπή τους και να αναδείξουν τη ζοφερή πραγματικότητα που βιώνουν τόσο στους σχολικούς χώρους όσο και στον ψηφιακό κόσμο, όπου η λεκτική βία και οι απειλές έχουν γίνει καθημερινότητα. Τα περιστατικά που καταγγέλλονται ξεπερνούν κάθε όριο, καθώς περιλαμβάνουν ευθείες απειλές βιασμού και σωματικής κακοποίησης, οι οποίες πολύ συχνά υποβαθμίζονται αδικαιολόγητα ως απλά «αστεία». Η συγκεκριμένη περιοχή καταγράφει τα υψηλότερα ποσοστά έμφυλης βίας στη χώρα, με τις ανθρωπιστικές οργανώσεις να προειδοποιούν ότι η ανοχή σε τέτοιες νοσηρές συμπεριφορές καλλιεργεί το έδαφος για κακοποιητικές σχέσεις από τη εφηβική κιόλας ηλικία.
Η έξαρση του ακραίου μισογυνισμού στα σχολεία της Βρετανίας
Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία μιας μαθήτριας στο BBC, η οποία περιέγραψε τον τρόμο που ένιωσε όταν συνειδητοποίησε ότι συμμαθητές της είχαν συντάξει μια «λίστα βιασμών», αξιολογώντας τα κορίτσια του σχολείου με βάση το πόσο επιθυμούσαν να τα κακοποιήσουν σεξουαλικά. Παράλληλα, ειδικοί όπως η Κάθριν Μάρτσαντ από την οργάνωση Impact Family Services, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την πλήρη κανονικοποίηση της βίας στις νεανικές ηλικίες. Όπως επισημαίνει, ανήλικες κοπέλες 15 έως 17 ετών αδυνατούν να αναγνωρίσουν ότι πέφτουν θύματα κακοποίησης στις πρώτες τους σχέσεις, καθώς θεωρούν αυτούς τους όρους ως «φυσιολογικούς» λόγω της έκθεσής τους στο διαδίκτυο και τη μουσική, ενώ λείπει η ουσιαστική ενημέρωση που θα ξεκαθάριζε ότι τέτοιες συμπεριφορές είναι απαράδεκτες.
Το τοξικό περιβάλλον, τα social media και η αλλαγή καθημερινότητας
Η επιρροή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στη διαμόρφωση αυτής της επιθετικής γλώσσας θεωρείται καταλυτική. Η Σου Ντέιβισον από την This Life Collective σημειώνει ότι η λεκτική βία κλιμακώνεται επικίνδυνα, αν και διευκρινίζει πως η πλειοψηφία των αγοριών νιώθει έντονα δυσαρεστημένη με αυτή την κατάσταση. Παρ’ όλα αυτά, το ενδεχόμενο ένα μικρό ποσοστό να περάσει από τις λεκτικές απειλές στην πράξη δημιουργεί ένα κλίμα διαρκούς φόβου. Αυτή η απειλή αναγκάζει τα κορίτσια να αλλάζουν ριζικά τις καθημερινές τους συνήθειες για λόγους ασφαλείας, επιλέγοντας για παράδειγμα μεγαλύτερες και πιο πολυσύχναστες διαδρομές για την επιστροφή στο σπίτι, ως έναν αυτόματο μηχανισμό επιβίωσης που περιορίζει την ελευθερία τους.
Την ίδια στιγμή, αναδεικνύεται ένα σημαντικό έλλειμμα στην αγωγή και την καθοδήγηση των νέων ανδρών. Όπως υπογραμμίζει ο ερευνητής Δρ Άλεξ Μπλόουερ, η κοινωνία απέτυχε να προσφέρει στα αγόρια ένα θετικό και υγιές πρότυπο για το μέλλον και την ανδρική τους ταυτότητα. Αυτό το θεσμικό κενό έσπευσαν να το εκμεταλλευτούν διάφοροι κακόβουλοι παράγοντες στο διαδίκτυο, οι οποίοι διοχετεύουν τοξικές ιδέες και χειραγωγούν τους νέους, προωθώντας μια στρεβλή και επικίνδυνη αντίληψη για τον ανδρισμό.
Οι κυβερνητικές δεσμεύσεις και οι πολιτικές αντιδράσεις
Απέναντι στο οξύ αυτό πρόβλημα, η βρετανική κυβέρνηση δεσμεύτηκε για τη λήψη δραστικών μέτρων με στόχο τη δραστική μείωση της βίας κατά των γυναικών. Στο πλαίσιο αυτό, ανακοινώθηκε η διάθεση 16 εκατομμυρίων λιρών για πιλοτικά εκπαιδευτικά προγράμματα στα σχολεία, ενώ παράλληλα εισάγεται υποχρεωτικά το νέο πρόγραμμα Σχέσεων, Σεξουαλικής Αγωγής και Υγείας (RSHE), το οποίο εστιάζει στην καλλιέργεια υγιών διαπροσωπικών σχέσεων και την καταπολέμηση των επιβλαβών συμπεριφορών.
Από την πολιτική ηγεσία της αντιπολίτευσης, η αρχηγός των Συντηρητικών, Κέμι Μπάντενοχ, χαρακτήρισε το φαινόμενο απόλυτα αποτρόπαιο και τάχθηκε υπέρ της απαγόρευσης πρόσβασης στα social media για ανηλίκους κάτω των 16 ετών. Παράλληλα, εξέφρασε την ανησυχία της ώστε οι παρεμβάσεις που θα γίνουν να μην οδηγήσουν σε μια πολωτική αντιπαράθεση που θα φέρει τα αγόρια και τα κορίτσια σε απέναντι στρατόπεδα.