Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκονται οι έρευνες της Ελληνικής Αστυνομίας για τον θάνατο του γνωστού ποινικολόγου Σταύρου Γεωργίου, ο οποίος εντοπίστηκε νεκρός στο δικηγορικό του γραφείο, στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου, στο κέντρο της Αθήνας. Από τις πρώτες κιόλας ώρες, οι αστυνομικές Αρχές αντιμετώπισαν την υπόθεση με ιδιαίτερη σοβαρότητα, ενώ στο σημείο μετέβη τόσο κλιμάκιο του Τμήματος Ανθρωποκτονιών όσο και ιατροδικαστής, προκειμένου να εξεταστούν όλα τα δεδομένα που υπήρχαν στον χώρο.
Τα πρώτα στοιχεία για τον θάνατό του
Τις πρώτες πληροφορίες για την πορεία της έρευνας παρουσίασε η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.ΑΣ., Κωνσταντία Δημογλίδου, η οποία εξήγησε ότι η εικόνα που αντίκρισαν οι αστυνομικοί κατά την άφιξή τους ήταν εκείνη που οδήγησε στην άμεση κινητοποίηση της εξειδικευμένης υπηρεσίας. Όπως ανέφερε, οι πρώτοι αστυνομικοί που έφτασαν στο σημείο ενημέρωσαν αμέσως το Τμήμα Ανθρωποκτονιών, καθώς υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις ότι δεν επρόκειτο για έναν φυσικό θάνατο ή για κάποιο ατύχημα. «Στο σημείο, χθες το βράδυ έφτασε και η ιατροδικαστής, εκτός από το Τμήμα Ανθρωποκτονιών της ελληνικής αστυνομίας, καθώς ενημερώθηκαν οι συνάδερφοι από τους πρώτους αστυνομικούς ότι υπάρχουν ενδείξεις εγκληματικής ενέργειας. Ουσιαστικά, αυτό επιβεβαίωσε στη συνέχεια και η ιατροδικαστής, γι’ αυτό ακριβώς και είχε αναλάβει η συγκεκριμένη υπηρεσία την προανάκριση».
Η συγκεκριμένη επισήμανση θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς δείχνει ότι ήδη από την αυτοψία στον χώρο υπήρχαν ευρήματα τα οποία κρίθηκαν αρκετά ώστε η υπόθεση να αντιμετωπιστεί ως πιθανή ανθρωποκτονία. Ωστόσο, σύμφωνα με την εκπρόσωπο της ΕΛ.ΑΣ., οι απαντήσεις στα πιο κρίσιμα ερωτήματα αναμένεται να δοθούν από τη νεκροψία-νεκροτομή, η οποία θα καθορίσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τόσο τον χρόνο θανάτου όσο και τον τρόπο με τον οποίο έχασε τη ζωή του ο ποινικολόγος. Η Κωνσταντία Δημογλίδου εξήγησε ότι ο προσδιορισμός της ώρας κατά την οποία διαπράχθηκε το έγκλημα αποτελεί κομβικό στοιχείο για την εξέλιξη της έρευνας. «Είναι σημαντικό να μας προσδιοριστεί, βέβαια, κατά την νεκροτομία, ο χρόνος θανάτου του συγκεκριμένου ανθρώπου, πότε δηλαδή διαπράχθηκε το έγκλημα, ώστε να μπορέσουν να συλλέξουν βίντεο, οπτικό υλικό και άλλα στοιχεία οι συνάδερφοι και να φτάσουμε στο δράστη».
Ο ακριβής χρόνος θανάτου αναμένεται να επιτρέψει στους αστυνομικούς να περιορίσουν το χρονικό διάστημα που θα εξετάσουν, αναζητώντας καταγραφές από κάμερες ασφαλείας, κινήσεις προσώπων στην περιοχή αλλά και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο μπορεί να οδηγήσει στην ταυτοποίηση του δράστη ή των δραστών. Ερωτηθείσα αν πλέον οι έρευνες κινούνται ξεκάθαρα προς την κατεύθυνση της ανθρωποκτονίας, η εκπρόσωπος της ΕΛ.ΑΣ. ήταν σαφής ως προς την εικόνα που προκύπτει από τα μέχρι στιγμής δεδομένα. «Ο τρόπος με τον οποίο βρέθηκε η σορός οδηγεί σε ανθρωποκτονία».
Παράλληλα, αποκάλυψε ότι από την αυτοψία δεν διαπιστώθηκαν ίχνη παραβίασης στην είσοδο του γραφείου, στοιχείο που ενδέχεται να έχει ιδιαίτερη σημασία για την εξέλιξη της υπόθεσης. «Άλλωστε, δεν υπάρχουν ίχνη παραβίασης. Φαίνεται, δηλαδή, ότι το θύμα ουσιαστικά άνοιξε την πόρτα, όπως λέμε σε αυτές τις περιπτώσεις, στον δολοφόνο». Το εύρημα αυτό οδηγεί τους ερευνητές στο ενδεχόμενο ο δράστης να ήταν πρόσωπο που ο Σταύρος Γεωργίου γνώριζε ή, τουλάχιστον, δεν δίστασε να του ανοίξει την πόρτα του γραφείου του. Παράλληλα, οι αστυνομικοί εξετάζουν εξονυχιστικά τον χώρο προκειμένου να διαπιστώσουν αν το πιθανό κίνητρο σχετίζεται με ληστεία ή αν πρόκειται για υπόθεση με διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Όπως σημείωσε η Κωνσταντία Δημογλίδου, μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία που να δείχνουν ότι το γραφείο είχε ερευνηθεί από τον δράστη. «Δεν υπάρχουν στοιχεία που να μας δείχνουν ότι υπάρχει έρευνα μέσα στον χώρο στον οποίο βρισκόταν το θύμα. Βέβαια, θα πρέπει να προσδιοριστεί αν λείπουν κάποια προσωπικά του αντικείμενα ή χρήματα. Κάτι το οποίο δεν έχει προσδιοριστεί ακόμα. Καταλαβαίνετε ότι αυτό θα γίνει σε συνεννόηση με τα οικεία του πρόσωπα».
Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στα ευρήματα που έχουν συλλεχθεί από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών. Εξειδικευμένα κλιμάκια πραγματοποίησαν επιτόπια εξερεύνηση του χώρου, αναζητώντας αποτυπώματα, γενετικό υλικό και κάθε πιθανό ίχνος που θα μπορούσε να συνδέσει συγκεκριμένο πρόσωπο με τη σκηνή του εγκλήματος. «Βέβαια, ο χρόνος θανάτου θα μας προσδιοριστεί με την νεκροτομή. Και επίσης, πολύ σημαντικό είναι ότι έγινε επιτόπου εξερεύνηση, ακόμα βρίσκονται στο σημείο οι συνάδελφοι της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών. Καθώς καταλαβαίνετε ότι σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να μας δοθούν πολύ χρήσιμα στοιχεία για τον δράστη ή τους δράστες αυτής της ενέργειας».