Ποιος σκότωσε τον Μαρσελίνο: Το έγκλημα του 1990 που συντάραξε το πανελλήνιο μέσα από σπάνια φωτογραφικά στιγμιότυπα και βίντεο

Οι απαγωγές αποτελούν σχετικά σπάνιο φαινό...

Ποιος σκότωσε τον Μαρσελίνο: Το έγκλημα του 1990 που συντάραξε το πανελλήνιο μέσα από σπάνια φωτογραφικά στιγμιότυπα και βίντεο

Οι απαγωγές αποτελούν σχετικά σπάνιο φαινόμενο και ανάμεσα σε αυτές είναι και εκείνη του 17χρονου Ρομά Γιάννη Τσατσάνη, γνωστού ως Μαρσελίνο, το 1990 έμεινε χαραγμένη στη συλλογική μνήμη. Η εξαφάνισή του, οι διαπραγματεύσεις για λύτρα, η ανακάλυψη της σορού του και, τελικά, η αποκάλυψη ότι στο σχέδιο συμμετείχαν άνθρωποι του στενού του περιβάλλοντος συγκλόνισαν την Ελλάδα.

Ο «Μαραντόνα της Αγίας Βαρβάρας»

Ο Γιάννης Τσατσάνης είχε μεγάλη αδυναμία στο ποδόσφαιρο. Σε ηλικία μόλις 17 ετών αγωνιζόταν στον Κεραυνό Αγίας Βαρβάρας και το ταλέντο του είχε οδηγήσει τους ανθρώπους της περιοχής να του δώσουν το προσωνύμιο «Μαραντόνα της Αγίας Βαρβάρας».

Όσοι τον είχαν παρακολουθήσει πίστευαν ότι διέθετε τις δυνατότητες να προχωρήσει ακόμη περισσότερο και ενδεχομένως να αγωνιστεί επαγγελματικά σε μεγάλη ελληνική ομάδα. Είχε μεγαλώσει στην Αγία Βαρβάρα και ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στην τοπική κοινότητα, η οποία τον αντιμετώπιζε σαν δικό της παιδί και χαιρόταν με την ποδοσφαιρική του εξέλιξη.

Η ζωή του άλλαξε δραματικά στις 18 Μαρτίου 1990. Εκείνο το απόγευμα βρισκόταν στην καφετέρια «Τροπικάνα» με δύο φίλους του, τον Κώστα Σπινιάρη και τον Δημήτρη Αγαπητό. Οι δύο νεαροί τού ανέφεραν ότι γνώριζαν ποιος είχε κλέψει το ραδιοκασετόφωνο από το αυτοκίνητό του και ισχυρίστηκαν ότι μπορούσαν να τον οδηγήσουν στο σημείο όπου βρισκόταν ο υποτιθέμενος κλέφτης.

Ο Μαρσελίνο δέχθηκε και οι τρεις κατευθύνθηκαν προς τη Νίκαια. Εκεί άλλαξαν όχημα και συνέχισαν προς την περιοχή των Πυροβολείων στο Σχιστό. Σε μια στάση της διαδρομής, ο 17χρονος κατέβηκε για να ξεπιαστεί. Τότε εμφανίστηκαν τρεις άνδρες και επιχείρησαν να τον ακινητοποιήσουν.

Ένας πυροβόλησε στον αέρα, ενώ οι δύο φίλοι του απομακρύνθηκαν, αφήνοντάς τον πίσω. Οι άγνωστοι τον επιβίβασαν σε αυτοκίνητο και τον μετέφεραν σε σπίτι στο Χαϊδάρι.

Η εξαφάνιση και το πρώτο τηλεφώνημα

Το επόμενο πρωί, ο πατέρας του, Γιώργος Τσατσάνης, επιτυχημένος και γνωστός έμπορος ηλεκτρικών ειδών, απευθύνθηκε ανήσυχος στο τοπικό Αστυνομικό Τμήμα. Δήλωσε την εξαφάνιση του γιου του, εξηγώντας ότι ο Μαρσελίνο δεν συνήθιζε ποτέ να περνά ολόκληρη νύχτα εκτός σπιτιού χωρίς να ενημερώνει.

Η αστυνομική έρευνα άρχισε άμεσα, ενώ παράλληλα δεκάδες Ρομά αναζητούσαν τον 17χρονο με αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες. Παρά την κινητοποίηση, δεν εντοπίστηκε κανένα ίχνος του.

Στις 20 Μαρτίου το τηλέφωνο της οικογένειας χτύπησε. Ο άγνωστος που επικοινώνησε μαζί τους ανακοίνωσε ότι ο νεαρός είχε απαχθεί και απαίτησε 150 εκατομμύρια δραχμές για να επιστρέψει ζωντανός.

Ο πατέρας απάντησε ότι μπορούσε να συγκεντρώσει αμέσως 30 εκατομμύρια, όμως οι απαγωγείς απέρριψαν την πρόταση και έδωσαν χρονικό περιθώριο για την εξεύρεση ολόκληρου του ποσού.

Η Αγία Βαρβάρα κινητοποιήθηκε. Κάτοικοι, ανεξάρτητα από την οικονομική τους κατάσταση, πρόσφεραν όσα μπορούσαν και συγκεντρώθηκαν επιπλέον 30 εκατομμύρια δραχμές.

Οι διαπραγματεύσεις και το ραντεβού που δεν έγινε

Οι επαφές με τους απαγωγείς συνεχίστηκαν χωρίς η οικογένεια να έχει πραγματική απόδειξη ότι ο Μαρσελίνο παρέμενε ζωντανός. Στις 4 Απριλίου η ανησυχία εντάθηκε όταν το αυτοκίνητό του βρέθηκε κλειδωμένο και εγκαταλελειμμένο σε μικρό δρόμο της Νίκαιας, στην οδό Σάρδεων.

Οι δράστες, οι οποίοι στις επικοινωνίες χρησιμοποιούσαν ελληνικά, αγγλικά και ιταλικά, μείωσαν τελικά τις απαιτήσεις τους στα 50 εκατομμύρια δραχμές.

Η πρώτη συμφωνία για παράδοση χρημάτων ορίστηκε για τις 29 Απριλίου στο ζαχαροπλαστείο «Φλόκα» στην Κηφισιά. Η ΕΛ.ΑΣ. προετοίμασε μεγάλη επιχείρηση, όμως κανένας από τους απαγωγείς δεν εμφανίστηκε.

Η ανακάλυψη στα Σκούρτα

Η τραγική αλήθεια αποκαλύφθηκε σχεδόν τρεις μήνες μετά την εξαφάνιση. Το βράδυ της 19ης Ιουνίου, ο βοσκός Χρήστος Αγάθης, που διατηρούσε μαντρί στα Σκούρτα Βοιωτίας, άκουσε τα σκυλιά του να μαλώνουν ασυνήθιστα.

Βγαίνοντας να ελέγξει τι συνέβαινε, διαπίστωσε ότι είχαν τραβήξει από έναν πρόχειρο λάκκο ένα σκισμένο μπουφάν. Η έντονη δυσάρεστη οσμή τον οδήγησε να καλέσει αμέσως την Αστυνομία.

Το πρωί της 20ής Ιουνίου ξεκίνησε έρευνα στην περιοχή. Σύντομα εντοπίστηκε ανθρώπινη σορός και η ταυτοποίηση επιβεβαίωσε τον χειρότερο φόβο: επρόκειτο για τον Μαρσελίνο.

Οι γονείς του κατέρρευσαν και, σύμφωνα με όσα καταγράφηκαν τότε, δεν κατάφεραν να παραστούν ούτε στην κηδεία του 17χρονου στο Γ΄ Νεκροταφείο.

Οι φίλοι που είχαν οργανώσει την παγίδα

Ενώ η οικογένεια και η Αγία Βαρβάρα πενθούσαν, οι αστυνομικοί επιτάχυναν την έρευνα. Μέσα στις επόμενες ημέρες άρχισε να ξετυλίγεται ολόκληρο το σχέδιο.

Όπως αποκαλύφθηκε στη συνέχεια, οι Κώστας Σπινιάρης και Δημήτρης Αγαπητός, οι δύο στενοί φίλοι με τους οποίους ο Μαρσελίνο καθόταν στην καφετέρια πριν εξαφανιστεί, είχαν συμμετάσχει στο στήσιμο της παγίδας.

Οι τρεις άνδρες που παρουσιάστηκαν ως άγνωστοι στο Σχιστό ήταν οι Σταμάτης Γρυπαίος, Δημήτρης Σκαφτούρος και Γιάννης Λαζάρου. Η κατοικία στο Χαϊδάρι όπου μεταφέρθηκε ο 17χρονος ανήκε στον Γιάννη Πετράκη, ο οποίος ζούσε εκεί με τη σύντροφό του, Θεοφανία Μεσμερλή.

Στην ομάδα συμμετείχε ακόμη ο ξάδελφος του θύματος, Βασίλης Βασιλείου, γνωστός και ως Τζίνο, έχοντας σύμφωνα με την έρευνα ρόλο πληροφοριοδότη σχετικά με τις κινήσεις του πατέρα του Μαρσελίνο.

Ζητούσαν λύτρα ενώ ο 17χρονος ήταν ήδη νεκρός

Η αποκάλυψη που προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερο σοκ ήταν ότι οι δράστες συνέχιζαν τις διαπραγματεύσεις για τα χρήματα ενώ είχαν ήδη σκοτώσει το παιδί.

Ο Μαρσελίνο είχε κρατηθεί για περίπου τέσσερις έως πέντε ημέρες δεμένος, με χειροπέδες και κουκούλα, στο διαμέρισμα του Πετράκη. Οι δράστες θεωρούσαν ότι είχε αναγνωρίσει τις φωνές του Σπινιάρη και του Αγαπητού, καθώς ήταν στενοί του φίλοι και συμπαίκτες.

Τον μετέφεραν στην περιοχή Κάτω Πηγάδι στα Σκούρτα και έσκαψαν έναν πρόχειρο λάκκο. Αρχικά, κανείς δεν ήθελε να αναλάβει να πυροβολήσει τον 17χρονο. Τελικά, σύμφωνα με όσα προέκυψαν, ο Σταμάτης Γρυπαίος ήταν ο φυσικός αυτουργός. Ο Μαρσελίνο δέχθηκε δύο πυροβολισμούς, έναν στην καρδιά και έναν στον αυχένα. Στη συνέχεια η ομάδα επέστρεψε στην Αθήνα.

Κατά την Αστυνομία, ο Γρυπαίος τηλεφωνούσε στον πατέρα από τηλεφωνικούς θαλάμους και άλλα σημεία, προσποιούμενος ότι ήταν αλλοδαπός. Χρησιμοποιήθηκε ακόμη και ηχογραφημένη κασέτα με τη φωνή του 17χρονου για τη μεταφορά μηνυμάτων προς την οικογένεια.

Ακόμη πιο σοκαριστική ήταν η συμπεριφορά των δύο φίλων μετά το έγκλημα. Συνέχιζαν να επισκέπτονται το σπίτι των Τσατσάνηδων και έπαιρναν χρήματα από τον πατέρα, υποτίθεται για να συνεισφέρουν στις αναζητήσεις. Ο ένας βρισκόταν μάλιστα στο τραπέζι με την οικογένεια το βράδυ που ανακαλύφθηκε η σορός, ενώ ο άλλος ήταν ανάμεσα σε εκείνους που μετέφεραν το φέρετρο στην κηδεία.

Η «δίκη των οκτώ» και οι καταδίκες

Η υπόθεση έφτασε στο Κακουργιοδικείο Αθηνών τον Δεκέμβριο του 1991 και έμεινε γνωστή ως η «δίκη των οκτώ». Παρότι ο πατέρας του θύματος δήλωνε ότι δεν επιθυμούσε βεντέτα, οι κατηγορούμενοι δέχονταν επιθέσεις από συγγενείς και φίλους του Μαρσελίνο. Σε μία περίπτωση ο Σπινιάρης πυροβολήθηκε κατά τη μεταγωγή του και τραυματίστηκε ελαφρά ενώ βρισκόταν μέσα σε περιπολικό.

Στις 19 Δεκεμβρίου το δικαστήριο έκρινε ενόχους και τους οκτώ. Στον Γρυπαίο και τον Σπινιάρη επιβλήθηκε ακόμη και θανατική ποινή, παρά το γεγονός ότι αυτή είχε καταργηθεί.

Ο Σπινιάρης, το 2005, δεν επέστρεψε στις φυλακές Αλικαρνασσού μετά από άδεια και κατάφερε να διαφύγει στην Τουρκία. Έναν χρόνο αργότερα συνελήφθη εκεί για διαφορετική υπόθεση, που αφορούσε διακίνηση ναρκωτικών. Παρέμεινε σε τουρκικές φυλακές μέχρι το 2015, όταν εκδόθηκε στην Ελλάδα για να συνεχίσει την έκτιση της ποινής του.

Ο Δημήτρης Αγαπητός καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη και επιπλέον 17 χρόνια, ενώ σε άλλους τέσσερις κατηγορούμενους επιβλήθηκαν ποινές κάθειρξης από 10 έως 15,5 χρόνια.

Η περίπτωση του Δημήτρη Σκαφτούρου εξετάστηκε χωριστά, επειδή δεν είχε συλληφθεί μαζί με τους υπόλοιπους. Είχε διαφύγει στο εξωτερικό και τελικά εντοπίστηκε στη Νέα Υόρκη, όπου συνελήφθη στις 29 Μαΐου 2008 έπειτα από συνεργασία με το FBI. Η σύλληψή του πραγματοποιήθηκε μόλις δύο χρόνια πριν από την παραγραφή του αδικήματος.