Μαίρη Λίντα: Το μεγάλο της παράπονο από το γηροκομείο πριν «φύγει» από τη ζωή – «Δεν μπορώ να δω ούτε την κόρη μου»

Μία από τις πιο ανθρώπινες και συγκινητικέ...

Μαίρη Λίντα: Το μεγάλο της παράπονο από το γηροκομείο πριν «φύγει» από τη ζωή – «Δεν μπορώ να δω ούτε την κόρη μου»

Μία από τις πιο ανθρώπινες και συγκινητικές εξομολογήσεις της Μαίρης Λίντα είχε γίνει μέσα από το Γηροκομείο Αθηνών, όπου πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής της. Η μεγάλη κυρία του ελληνικού τραγουδιού, που πέθανε σήμερα 22/7, για δεκαετίες είχε συνηθίσει να στέκεται μπροστά σε γεμάτες αίθουσες και να αποθεώνεται από το κοινό, και είχε μιλήσει τότε για μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα: τη σιωπή της καραντίνας, την απομόνωση και το βαθύ παράπονο που ένιωθε επειδή δεν μπορούσε να δει ούτε την κόρη της.

Η εξομολόγησή της είχε προκαλέσει συγκίνηση, όχι μόνο επειδή προερχόταν από μία τόσο αγαπημένη καλλιτέχνιδα, αλλά και γιατί εξέφραζε τον πόνο χιλιάδων ηλικιωμένων που βρέθηκαν ξαφνικά αποκομμένοι από τους ανθρώπους τους. Η Μαίρη Λίντα, πάντως, ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές, δεν έχανε το χιούμορ, την αξιοπρέπεια και την πίστη της. Μιλούσε με αγάπη για το προσωπικό του ιδρύματος, ξεκαθάριζε ότι θεωρούσε το Γηροκομείο Αθηνών σπίτι της, αλλά δεν έκρυβε πόσο της έλειπαν οι δικοί της άνθρωποι.

Η μοναξιά της καραντίνας

Η περίοδος της πανδημίας ήταν ιδιαίτερα σκληρή για τους ανθρώπους που φιλοξενούνταν σε μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων. Τα μέτρα ήταν αυστηρά, οι επισκέψεις είχαν απαγορευτεί και η ανάγκη προστασίας των ευπαθών ομάδων είχε ως αποτέλεσμα τον πλήρη περιορισμό των επαφών με συγγενείς και φίλους. Η Μαίρη Λίντα είχε περιγράψει με απλά λόγια αυτή τη δύσκολη συνθήκη, λέγοντας πως κανείς δεν μπορούσε να επισκεφθεί τους ηλικιωμένους, καθώς η καραντίνα για εκείνους συνεχιζόταν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Το μεγαλύτερο βάρος, όμως, δεν ήταν ο περιορισμός μέσα στο ίδρυμα. Ήταν η αδυναμία να δει την κόρη της. «Μου λείπουν οι δικοί μου άνθρωποι», είχε εξομολογηθεί, περιγράφοντας το αίσθημα απομόνωσης που βίωνε. Η σχέση με την κόρη της υπήρξε πάντοτε σημαντικό κομμάτι της ζωής της. Η ίδια είχε αναφερθεί πολλές φορές στη φροντίδα που δεχόταν από εκείνη και στη δύναμη που της έδινε η παρουσία της. Για αυτό και η αναγκαστική απόσταση είχε αποδειχθεί ιδιαίτερα επώδυνη.

Η πιο συγκινητική στιγμή της εξομολόγησής της ήταν όταν αναφέρθηκε ανοιχτά στο παράπονό της. «Εμείς μπήκαμε στην καραντίνα αρχές Μαρτίου και δεν ξέρουμε πότε θα βγούμε από αυτήν. Τα μέτρα είναι δρακόντεια θα έλεγα, δεν μπαίνει κανείς εκτός από τους ανθρώπους του ιδρύματος, αλλά δεν μπορεί να βγει και κανείς από εμάς τους φιλοξενούμενους. Σκεφτείτε ότι δεν μπορώ να δω ούτε την κόρη μου, το παιδί μου. Μου λείπουν απίστευτα οι δικοί μου άνθρωποι. Ούτε και εγώ επιτρέπεται να πάω σπίτι να δω την κόρη μου»!

Η ίδια είχε παραδεχθεί ότι η καθημερινότητα μέσα στην καραντίνα ήταν μια άσκηση υπομονής. «Οι μέρες της καραντίνας για όλους εδώ μέσα είναι μέρες και στιγμές υπομονής. Κάνουμε υπομονή για να ξεπεράσουμε αυτή τη δοκιμασία. Δοξάζω τον Θεό, γιατί στη ζωή μου είχα πολύ υπομονή. Το άσχημο είναι ότι κανείς δεν γνωρίζει να μας ενημερώσει πότε θα τελειώσει για εμάς η καραντίνα».

Παρότι βίωνε και η ίδια τη μοναξιά της απομόνωσης, η Μαίρη Λίντα δεν μίλησε μόνο για τον εαυτό της. Θέλησε να στρέψει το ενδιαφέρον του κόσμου στους υπόλοιπους ηλικιωμένους και στις ανάγκες του Γηροκομείου Αθηνών. Με τη φράση «Βοηθήστε μας», είχε απευθύνει δημόσια έκκληση για στήριξη του ιδρύματος και των ανθρώπων που φιλοξενούνταν εκεί. Όπως είχε επισημάνει, υπήρχε ανάγκη για απλά καθημερινά είδη, από τρόφιμα και μάσκες μέχρι προϊόντα καθαρισμού και προσωπικής φροντίδας. Η ίδια ξεκαθάριζε ότι δεν ζητούσε τίποτα για τον εαυτό της, αφού είχε την κόρη της δίπλα της και ανθρώπους που τη φρόντιζαν.

«Θα ήθελα ο κόσμος να βοηθήσει το ίδρυμα. Υπάρχουν άνθρωποι εδώ που έχουν ανάγκες και θα ήθελαν μια βοήθεια. Αυτό ας το κοιτάξει ο κόσμος. Δεν ζητάει το ίδρυμα κάτι παραπάνω από τα καθημερινά που χρειάζονται οι φιλοξενούμενοι εδώ. Μακαρόνια, αντισηπτικά μαντιλάκια, μάσκες και διάφορα άλλα είδη που έχουμε ανάγκη. Προσωπικά, ως Μαίρη Λίντα, δεν ζητάω απολύτως τίποτα για μένα. Δόξα τω Θεώ είμαι γερή και δυνατή. Έχω την κόρη μου και μου φέρνει τα πάντα. Με φροντίζει καθημερινά. Εδώ, στο ίδρυμα, έχω φίλους γιατρούς και ανθρώπους δικούς μου. Δεν το βλέπω ως γηροκομείο, αλλά σαν το σπίτι μου. Είναι εξαίρετοι όλοι οι άνθρωποι που μας φροντίζουν. Περνάω υπέροχα και θέλω να το πιστέψετε αυτό. Δυστυχώς, στην Ελλάδα έχει παρεξηγηθεί η φιλοξενία σε γηροκομείο. Λένε “πήγε στο γηροκομείο η Λίντα”! Μα γιατί να μην έρθω εδώ; Είναι υπέροχο το περιβάλλον και τους ευχαριστώ όλους για το ενδιαφέρον τους. Είναι τόσο δοτικό το προσωπικό εδώ που με συγκινούν καθημερινά με την περιποίησή τους. Ζω σαν στο σπίτι μου.

Φοβάμαι πάρα πολύ γι’ αυτή τη νέα ασθένεια, όπως όλος ο πλανήτης. Όμως λέω “εμένα δεν πρόκειται να με βρει ο κορωνοϊός. Είμαι κοντή” και γελάω μόνη μου. Ίσως να είναι και μια δοκιμασία από τον Θεό όλο αυτό που βιώνουμε. Έχουμε χάσει την πίστη μας και τον τρόπο που πρέπει να συμπεριφερόμαστε στη φύση, στους συνανθρώπους μας και σε όλα όσα μας έδωσε ο Πανάγαθος».

Η Μαίρη Λίντα είχε ενοχληθεί από τον τρόπο με τον οποίο ορισμένοι αντιμετώπιζαν την απόφασή της να ζει στο Γηροκομείο Αθηνών. Για εκείνη, η παραμονή εκεί δεν ήταν εγκατάλειψη ούτε ντροπή. Αντίθετα, περιέγραφε το ίδρυμα ως έναν χώρο ασφάλειας, φροντίδας και ανθρώπινης ζεστασιάς. Μιλούσε με ευγνωμοσύνη για τους γιατρούς και το προσωπικό και τόνιζε ότι ζούσε σαν να βρισκόταν στο σπίτι της. Το μόνο που της έλειπε πραγματικά ήταν η φυσική παρουσία της οικογένειάς της. Το παράπονό της δεν αφορούσε το μέρος όπου ζούσε, αλλά την απόσταση από την κόρη της και τους ανθρώπους που αγαπούσε.