Οι παροχές πέρα από τον μηνιαίο μισθό αποκτούν ολοένα μεγαλύτερο ρόλο στις σχέσεις επιχειρήσεων και εργαζομένων. Κάρτες σίτισης, διατακτικές, κουπόνια αγορών και δωροεπιταγές χρησιμοποιούνται ως ένας επιπλέον τρόπος ενίσχυσης του εισοδήματος, χωρίς όμως όλες αυτές οι παροχές να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο από τη φορολογική νομοθεσία. Τα ποσά και το είδος της παροχής είναι καθοριστικά, καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις προβλέπεται απαλλαγή, ενώ σε άλλες μπορεί να προκύψει φορολογική επιβάρυνση.
Τα δύο όρια-«κλειδιά»: 6 ευρώ την ημέρα και 300 ευρώ τον χρόνο
Η χρήση πρόσθετων εταιρικών παροχών έχει διευρυνθεί σημαντικά, καθώς οι επιχειρήσεις αναζητούν τρόπους να στηρίξουν οικονομικά το προσωπικό τους, χωρίς κάθε επιπλέον ποσό να περνά υποχρεωτικά μέσα από τον μεικτό μισθό. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, περίπου ένας στους τέσσερις εργαζομένους στην Ελλάδα λαμβάνει τακτικά ή περιστασιακά κάρτες και κουπόνια σίτισης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούνται πλέον αυτές οι παροχές. Η κάρτα σίτισης δεν αποτελεί αποκλειστικά ένα μέσο για την πληρωμή του γεύματος κατά τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας.
Αντίθετα, έχει εξελιχθεί για πολλούς εργαζομένους σε μια επιπλέον πηγή αγοραστικής δύναμης για βασικά είδη. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 95,7% των εργαζομένων που διαθέτουν αντίστοιχες παροχές τις χρησιμοποιεί σε σούπερ μάρκετ. Με δεδομένη την πίεση που ασκούν οι τιμές των τροφίμων και το γενικότερο κόστος ζωής στα νοικοκυριά, η συγκεκριμένη παροχή μπορεί να λειτουργήσει ως ουσιαστικό συμπλήρωμα του διαθέσιμου εισοδήματος.
Οι επιχειρήσεις έχουν επίσης ισχυρούς λόγους για να εντάσσουν τέτοιες παροχές στα πακέτα αποδοχών. Το 54,2% των επιχειρήσεων που εξετάστηκαν συνδέει την επιλογή των παροχών σε είδος με τα φορολογικά πλεονεκτήματα που μπορούν να προσφέρουν. Παράλληλα, το 40% τις αντιμετωπίζει ως μέσο για τη διατήρηση εργαζομένων, ενώ ποσοστό 39,2% θεωρεί ότι συμβάλλουν στην ενίσχυση της εταιρικής κουλτούρας. Με άλλα λόγια, η αξία τους για μια εταιρεία δεν περιορίζεται μόνο στο οικονομικό σκέλος. Μπορούν να ενταχθούν σε μια ευρύτερη πολιτική κινήτρων, ιδιαίτερα σε μια αγορά εργασίας όπου η προσέλκυση και η διατήρηση προσωπικού αποτελεί σημαντική πρόκληση.
Τι ισχύει για τις διατακτικές σίτισης
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στις διατακτικές σίτισης, καθώς γι’ αυτές προβλέπεται συγκεκριμένο ημερήσιο όριο. Με βάση το ισχύον πλαίσιο που περιγράφεται, οι διατακτικές που χορηγούνται από τον εργοδότη απαλλάσσονται από τον φόρο εισοδήματος έως 6 ευρώ ανά εργάσιμη ημέρα. Σε επίπεδο έτους, το ποσό μπορεί να προσεγγίσει περίπου τα 1.400 ευρώ, ανάλογα φυσικά με τον αριθμό των εργάσιμων ημερών.
Όταν η αξία βρίσκεται εντός του συγκεκριμένου ορίου, η παροχή δεν αντιμετωπίζεται ως συνηθισμένο εισόδημα από μισθωτή εργασία. Το σημείο που απαιτεί προσοχή βρίσκεται στην υπέρβαση του ημερήσιου ορίου. Εφόσον η αξία ξεπεράσει τα 6 ευρώ την ημέρα, το επιπλέον ποσό αντιμετωπίζεται ως παροχή σε είδος και εφαρμόζονται οι αντίστοιχοι φορολογικοί κανόνες. Την ίδια στιγμή, στο τραπέζι βρίσκεται η συζήτηση για αύξηση του αφορολόγητου ημερήσιου ορίου από τα 6 στα 10 ευρώ. Εάν τελικά υπάρξει μια τέτοια μεταβολή, οι επιχειρήσεις θα αποκτήσουν μεγαλύτερο περιθώριο ενίσχυσης του προσωπικού τους μέσω καρτών ή διατακτικών σίτισης, χωρίς το πρόσθετο ποσό να μετατρέπεται αυτομάτως σε φορολογητέα παροχή.
Τι ισχύει για δωροεπιταγές και κουπόνια
Διαφορετικοί είναι οι κανόνες για τις δωροεπιταγές και τα γενικά κουπόνια αγορών. Στην περίπτωση αυτή, το σημαντικό ποσό είναι τα 300 ευρώ ετησίως. Οι συγκεκριμένες παροχές θεωρούνται κατά κανόνα παροχές σε είδος, ωστόσο δεν φορολογούνται εφόσον η συνολική αξία τους μέσα στο έτος παραμένει έως το προβλεπόμενο όριο των 300 ευρώ. Όταν το ποσό ξεπεραστεί, τίθενται σε εφαρμογή οι φορολογικές διατάξεις που αφορούν τις παροχές σε είδος. Για τον εργαζόμενο, επομένως, έχει σημασία όχι μόνο το ύψος κάθε μεμονωμένης δωροεπιταγής, αλλά και το συνολικό ποσό των σχετικών παροχών που έχει λάβει κατά τη διάρκεια του έτους. Αντίστοιχα, οι επιχειρήσεις χρειάζεται να γνωρίζουν ακριβώς τι χορηγούν και με ποιο καθεστώς, προκειμένου να σχεδιάζουν σωστά τα πακέτα πρόσθετων αποδοχών.
Πιο σύνθετη είναι η εικόνα όταν περνάμε στον ΦΠΑ, καθώς εδώ καθοριστικό ρόλο παίζει το είδος του κουπονιού. Η βασική διάκριση γίνεται ανάμεσα σε κουπόνια συγκεκριμένου σκοπού και κουπόνια πολλαπλών σκοπών. Στην πρώτη περίπτωση είναι γνωστό εξαρχής πού θα χρησιμοποιηθεί το κουπόνι και ποιος συντελεστής ΦΠΑ εφαρμόζεται. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μπορεί να είναι κουπόνι που αφορά συγκεκριμένη υπηρεσία ή αγορές για τις οποίες εφαρμόζεται ένας προσδιορισμένος συντελεστής. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο ΦΠΑ αποδίδεται κατά την έκδοση ή την πώληση του κουπονιού.
Στα κουπόνια πολλαπλών σκοπών, αντίθετα, δεν είναι δυνατό να καθοριστούν από την αρχή με ακρίβεια ο τόπος φορολόγησης ή ο τελικός συντελεστής ΦΠΑ. Αυτό μπορεί να συμβαίνει, για παράδειγμα, όταν το ίδιο κουπόνι χρησιμοποιείται για διαφορετικές κατηγορίες προϊόντων που υπάγονται σε διαφορετικούς συντελεστές. Εδώ ο ΦΠΑ αποδίδεται κατά την εξαργύρωση και όχι κατά την αρχική έκδοση. Σημασία έχει επίσης ο ρόλος κάθε εμπλεκόμενου στην αλυσίδα: του εκδότη του κουπονιού, του ενδεχόμενου μεσάζοντα, της επιχείρησης όπου πραγματοποιείται η αγορά και, φυσικά, του τελικού χρήστη.