Νέα δεδομένα διαμορφώνονται γύρω από το ζήτημα της επαναφοράς του 13ου μισθού στους δημοσίους υπαλλήλους, μετά την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας που έβαλε φρένο στην προηγούμενη προσπάθεια. Η κυβέρνηση καλείται πλέον να αναζητήσει μια λύση η οποία θα κινείται ταυτόχρονα εντός του συνταγματικού και νομικού πλαισίου, αλλά και εντός των δημοσιονομικών δυνατοτήτων του κρατικού προϋπολογισμού. Τις τελευταίες εξελίξεις και τα πιθανά σενάρια ανέλυσε ο Σταύρος Μονεμβασιώτης, εξηγώντας ότι το θέμα του 13ου μισθού δεν αποτελεί μόνο μια πολιτική απόφαση, αλλά συνδέεται άμεσα με το δημοσιονομικό κόστος και τη συνολική διαχείριση των κρατικών δαπανών.
Το δύσκολο δημοσιονομικό «στοίχημα»
Η επαναφορά ενός επιπλέον μισθού στο Δημόσιο θα δημιουργούσε μια μόνιμη επιβάρυνση για τον κρατικό προϋπολογισμό. Πρόκειται, δηλαδή, για μια δαπάνη που δεν θα περιοριζόταν σε ένα μόνο οικονομικό έτος, αλλά θα ενσωματωνόταν στις ανελαστικές δαπάνες του Δημοσίου. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε κυβερνητική απόφαση θα πρέπει να συνοδεύεται από αντίστοιχη δημοσιονομική πρόβλεψη. Η κυβέρνηση θα πρέπει να σταθμίσει τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο, την πορεία των φορολογικών εσόδων, τις πρωτογενείς δαπάνες και τους δημοσιονομικούς στόχους, ώστε η συγκεκριμένη παροχή να μπορεί να χρηματοδοτηθεί με τρόπο βιώσιμο. Παράλληλα, μια ενδεχόμενη αύξηση των μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου θα μπορούσε να επηρεάσει τη συνολική κατανομή των κρατικών πόρων, περιορίζοντας ενδεχομένως τα περιθώρια για άλλες παρεμβάσεις, όπως φορολογικές ελαφρύνσεις ή πρόσθετες κοινωνικές παροχές.
Το «κλειδί» είναι η απόφαση του ΣτΕ
Η μεγαλύτερη δυσκολία, ωστόσο, δεν είναι αποκλειστικά οικονομική. Το βασικό ζητούμενο είναι να βρεθεί μια νομικά ασφαλής φόρμουλα, η οποία δεν θα προσκρούει στις παρατηρήσεις και στο σκεπτικό του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ένα από τα σενάρια που εξετάζονται αφορά την αναθεώρηση της προηγούμενης ρύθμισης, ώστε να προσαρμοστεί στις νομικές απαιτήσεις. Μια τέτοια λύση θα μπορούσε να προβλέπει διαφορετικό τρόπο χορήγησης της παροχής ή σταδιακή εφαρμογή, με στόχο να περιοριστεί η δημοσιονομική επιβάρυνση. Στο τραπέζι βρίσκονται, σύμφωνα με την ανάλυση, και εναλλακτικές μορφές οικονομικής ενίσχυσης. Αντί για την κλασική μορφή ενός επιπλέον μισθού, θα μπορούσε να εξεταστεί ένα επίδομα ή μια διαφορετική μισθολογική παροχή, εφόσον φυσικά αυτή είναι συμβατή με το ισχύον νομικό πλαίσιο.
Για τους εργαζομένους στο Δημόσιο, το βασικό ζητούμενο παραμένει εάν και πότε θα υπάρξει πραγματική ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματός τους. Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν υπάρχει άμεση επιστροφή του 13ου μισθού, καθώς προηγείται η αναζήτηση μιας λύσης που θα αντέχει τόσο σε νομικό όσο και σε δημοσιονομικό έλεγχο. Η επαναφορά μιας τέτοιας παροχής θα είχε, από οικονομικής πλευράς, διπλή επίδραση. Από τη μία πλευρά, θα ενίσχυε το διαθέσιμο εισόδημα των δημοσίων υπαλλήλων και κατά συνέπεια την ιδιωτική κατανάλωση. Από την άλλη, θα αύξανε τις μόνιμες κρατικές δαπάνες και θα απαιτούσε αντίστοιχη δημοσιονομική προσαρμογή.
Τα επόμενα βήματα
Το επόμενο διάστημα αναμένεται να αποσαφηνιστεί εάν η κυβέρνηση θα επιλέξει μια νέα νομοθετική παρέμβαση, μια διαφορετική μορφή οικονομικής ενίσχυσης ή μια σταδιακή προσέγγιση στο ζήτημα.
Σε κάθε περίπτωση, ο 13ος μισθός εξελίσσεται σε ένα σύνθετο οικονομικό και πολιτικό στοίχημα. Η τελική λύση θα πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα στην ενίσχυση του εισοδήματος των δημοσίων υπαλλήλων, τη δημοσιονομική σταθερότητα και την ανάγκη πλήρους συμμόρφωσης με το θεσμικό πλαίσιο που έχει θέσει το ΣτΕ.