Στο επίκεντρο της έκτακτης τηλεδιάσκεψης των υπουργών Εσωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία πραγματοποιήθηκε την Τρίτη (04.08.2026), βρέθηκε η διαχείριση της πρωτοφανούς μεταναστευτικής κρίσης στον ισπανικό θύλακα της Θέουτα, όπου δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι εισήλθαν εντός μόλις λίγων εικοσιτετραώρων. Η Μαδρίτη υποστήριξε σθεναρά ότι η αντίδρασή της υπήρξε άμεση και αποτελεσματική, εκτιμώντας πως η κατάσταση αντιμετωπίστηκε χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η ομαλή λειτουργία της Ζώνης Σένγκεν.
Οι αθρόες αφίξεις στη Θέουτα επανέφεραν με επιτακτικό τρόπο το μεταναστευτικό ζήτημα στην κορυφή της ευρωπαϊκής ατζέντας. Η Ισπανία έλαβε τη στήριξη των εταίρων της, ενώ η ελληνική κυβέρνηση αξιοποίησε τη συγκυρία για να καταθέσει εκ νέου την πρότασή της σχετικά με τη θεσμοθέτηση ευρωπαϊκού μηχανισμού προσωρινής αναστολής του ασύλου σε περιπτώσεις που παρατηρείται οργανωμένη εργαλειοποίηση των μεταναστευτικών ροών.
Ισπανία: «Η απάντηση ήταν άμεση και αποτελεσματική»
Μετά την ολοκλήρωση των διαβουλεύσεων, ο Ισπανός υπουργός Εσωτερικών Φερνάντο Γκράντε-Μαρλάσκα χαρακτήρισε «εποικοδομητική» τη συζήτηση, επισημαίνοντας ότι τα υπόλοιπα κράτη-μέλη αναγνώρισαν τους ταχείς χειρισμούς της κυβέρνησής του.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε, περίπου 72.000 άνθρωποι εισήλθαν παράνομα στο έδαφος της Θέουτα, εκ των οποίων οι 70.000 έχουν ήδη επιστρέψει στο Μαρόκο. Παράλληλα, ο προσωρινός απολογισμός των θυμάτων ανέρχεται στους 75 νεκρούς. Ο Ισπανός υπουργός ήταν κατηγορηματικός, δηλώνοντας ότι «σε καμία περίπτωση δεν τέθηκε σε κίνδυνο ο χώρος Σένγκεν», υπενθυμίζοντας πως ο θύλακας δεν αποτελεί μέρος της ζώνης ελεύθερης κυκλοφορίας.
Αναφορικά με την αιφνιδιαστική φύση των γεγονότων, σημείωσε πως οι μυστικές υπηρεσίες δεν είχαν προηγούμενη ενημέρωση:
«Δεν υπήρξε καμία αναφορά, καμία προειδοποίηση. Δυστυχώς αυτά τα πράγματα μπορεί να συμβούν, αλλά ήμασταν προετοιμασμένοι να ανταποκριθούμε άμεσα».
Ο θαλάσσιος φράχτης, οι επιστροφές και οι ευρωπαϊκές αντιδράσεις
Ο Φερνάντο Γκράντε-Μαρλάσκα υπογράμμισε επίσης την άμεση κινητοποίηση για την κατασκευή θαλάσσιου φράχτη στα ανοικτά της Θέουτα, σε συμμόρφωση με την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ισπανίας, η οποία ορίζει ότι όσοι εισέρχονται κολυμπώντας δεν μπορούν να επιστρέφονται αμέσως χωρίς τη διενέργεια των προβλεπόμενων ελέγχων.
Από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο Επίτροπος Μετανάστευσης Μάγκνους Μπρούνερ ανέφερε ότι δεν διαπιστώνεται άμεση διασύνδεση ανάμεσα στα συμβάντα στη Θέουτα και την πρόσφατη ευρείας κλίμακας πολιτογράφηση παράτυπων μεταναστών από τη Λατινική Αμερική στην οποία προχώρησε η Ισπανία. Επεσήμανε, πάντως, ότι η εν λόγω απόφαση της Μαδρίτης αντιμετωπίζεται με προβληματισμό από αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Παράλληλα, ο Γάλλος υπουργός Εσωτερικών Λοράν Νουνιές σημείωσε ότι οι ομόλογοί του εξήραν την ισπανική διαχείριση, αποκαλύπτοντας παράλληλα ότι η Γαλλία, σε συνεργασία με την Ιταλία, προχωρά στην ενίσχυση των ελέγχων στα κοινά τους σύνορα.
Η ελληνική πρόταση για ευρωπαϊκό μηχανισμό αναστολής ασύλου
Στο πλαίσιο της συνεδρίασης, η Αθήνα επανέφερε την πρόταση για τη δημιουργία ενός μόνιμου ευρωπαϊκού μηχανισμού που θα επιτρέπει την προσωρινή αναστολή των διαδικασιών ασύλου και την άμεση επιστροφή των παράνομα εισερχόμενων σε έκτακτες συνθήκες, πάντα σε συμφωνία με το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο.
Τις θέσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη ανέπτυξε ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Θάνος Πλεύρης, ο οποίος αναφέρθηκε τόσο στα γεγονότα του Έβρου το 2020 όσο και στην πρόσφατη κρίση στη Θέουτα, τονίζοντας την ανάγκη η Ευρωπαϊκή Ένωση να διαθέτει θεσμικά εργαλεία απέναντι στην οργανωμένη εργαλειοποίηση των μεταναστών.
Ο υπουργός υπογράμμισε ότι η πρόταση που διατύπωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης με άρθρο του στον διεθνή Τύπο δεν συνιστά παρέκκλιση από τις ευρωπαϊκές αξίες, αλλά στοχεύει στην περιφρούρηση της αξιοπιστίας του συστήματος ασύλου και την αποτελεσματική προστασία των εξωτερικών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ελληνική παρέμβαση πραγματοποιήθηκε την Τρίτη (04.08.2026) στο πλαίσιο της έκτακτης συνεδρίασης, την οποία είχε ζητήσει η Ισπανία και στήριξαν 22 κράτη-μέλη –ανάμεσά τους η Ελλάδα, η Ιταλία και η Δανία– με στόχο τη διαμόρφωση κοινής ευρωπαϊκής στάσης απέναντι στη νέα μεταναστευτική κρίση.