Η ΔΕΘ παραδοσιακά αποτελεί ένα από τα βασικά πολιτικά ορόσημα της χρονιάς, καθώς εκεί η κυβέρνηση παρουσιάζει τις προτεραιότητές της για την οικονομία και επιχειρεί να δώσει το στίγμα της επόμενης περιόδου. Ωστόσο, πέρα από τα μέτρα που μπορεί να ανακοινωθούν, παραμένει ένα ευρύτερο ερώτημα: μπορούν οι εξαγγελίες να αλλάξουν ουσιαστικά προβλήματα που έχουν παγιωθεί εδώ και χρόνια; Από την ακρίβεια και τη φορολογία έως τη στέγη, το ιδιωτικό χρέος και το δημογραφικό, υπάρχουν όπως γράφει ο Χρήστος Μέγας στο ieidiseis, τουλάχιστον 10+1 μέτωπα που δύσκολα αντιμετωπίζονται με βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις.
Από την ακρίβεια και τη στέγη έως τα χρέη: Τα μέτωπα που παραμένουν ανοιχτά
Πρώτο και σημαντικότερο ζήτημα είναι η ακρίβεια. Παρά την αποκλιμάκωση ορισμένων πληθωριστικών πιέσεων, οι τιμές βασικών αγαθών και υπηρεσιών έχουν ήδη μετακινηθεί σε υψηλότερα επίπεδα, με αποτέλεσμα πολλά νοικοκυριά να αισθάνονται ότι το διαθέσιμο εισόδημά τους εξακολουθεί να πιέζεται. Η συζήτηση γύρω από τον ΦΠΑ και γενικότερα την έμμεση φορολογία παραμένει επίσης ανοιχτή. Οι επικριτές της κυβερνητικής πολιτικής υποστηρίζουν ότι τα αυξημένα φορολογικά έσοδα από την κατανάλωση ενισχύουν τα δημόσια ταμεία, χωρίς όμως να επιστρέφουν επαρκώς στην πραγματική οικονομία με τρόπο που να βελτιώνει αισθητά την αγοραστική δύναμη.
Δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι η διαχείριση του δημόσιου χρήματος. Τα τελευταία χρόνια έχει ασκηθεί έντονη κριτική για το ύψος των απευθείας αναθέσεων, αλλά και για διαγωνιστικές διαδικασίες με περιορισμένο ανταγωνισμό. Η αντιπολίτευση και οικονομικοί αναλυτές ζητούν μεγαλύτερη διαφάνεια και αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των κρατικών πόρων. Ένα τρίτο μέτωπο αφορά τις δαπάνες της περιόδου της πανδημίας. Το κράτος διοχέτευσε δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ για τη στήριξη επιχειρήσεων, εργαζομένων και του συστήματος υγείας. Οι επικριτές, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι παρά το μέγεθος της δημοσιονομικής παρέμβασης, κρίσιμες αδυναμίες του ΕΣΥ παραμένουν μέχρι σήμερα.
Τέταρτο θέμα είναι η αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες επενδυτικές ευκαιρίες των τελευταίων δεκαετιών. Παρόλα αυτά, έχει διατυπωθεί κριτική ότι ένα σημαντικό κομμάτι της χρηματοδότησης κατευθύνεται κυρίως σε μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους, ενώ μικρότερες και μεσαίες επιχειρήσεις δυσκολεύονται να αποκτήσουν πρόσβαση σε φθηνή χρηματοδότηση. Πέμπτη μεγάλη πρόκληση είναι η στεγαστική κρίση. Τα ενοίκια έχουν αυξηθεί σημαντικά σε πολλές περιοχές, ενώ η αγορά κατοικίας γίνεται ολοένα δυσκολότερη για νέους και οικογένειες με μεσαία εισοδήματα. Η επέκταση της Golden Visa, η δραστηριότητα επενδυτικών funds και η περιορισμένη προσφορά κατοικιών έχουν βρεθεί στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Ανεξάρτητα από το ποια αιτία θεωρεί κανείς σημαντικότερη, το αποτέλεσμα είναι ότι το στεγαστικό κόστος απορροφά μεγάλο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού.
Έκτο ζήτημα είναι η φορολογική επιβάρυνση μισθωτών και συνταξιούχων. Η μη πλήρης τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας σημαίνει πρακτικά ότι αυξήσεις στους ονομαστικούς μισθούς μπορούν να οδηγήσουν εργαζομένους σε υψηλότερη φορολογική κλίμακα, ακόμη κι αν η πραγματική αγοραστική τους δύναμη δεν έχει αυξηθεί αντίστοιχα. Έβδομο πρόβλημα είναι το κόστος εκπαίδευσης και η προοπτική των νέων. Από τα φροντιστήρια μέχρι τα υψηλά ενοίκια στις φοιτητικές πόλεις, η χρηματοδότηση των σπουδών αποτελεί σημαντική επιβάρυνση για πολλές οικογένειες. Την ίδια στιγμή, η αγορά εργασίας εξακολουθεί να μην προσφέρει σε όλους τους νέους υψηλά αμειβόμενες θέσεις που να αντιστοιχούν στις σπουδές και στις δεξιότητές τους. Αυτό συνδέεται και με τη συνεχιζόμενη συζήτηση γύρω από το brain drain.
Όγδοο μέτωπο είναι ο επόμενος ευρωπαϊκός προϋπολογισμός. Η περίοδος 2028-2034 αναμένεται να φέρει νέες προτεραιότητες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με μεγαλύτερη έμφαση σε άμυνα, ασφάλεια και στρατηγικές επενδύσεις. Αυτό προκαλεί ανησυχίες για πιθανή συρρίκνωση πόρων που μέχρι σήμερα κατευθύνονταν στην περιφερειακή ανάπτυξη, στην αγροτική παραγωγή και στην κοινωνική συνοχή. Ένατο και ίσως πιο μακροπρόθεσμο ζήτημα είναι το δημογραφικό. Η γήρανση του πληθυσμού, η υπογεννητικότητα και η ερήμωση της περιφέρειας εξελίσσονται σε προβλήματα με άμεσες επιπτώσεις στην αγορά εργασίας, στο ασφαλιστικό σύστημα και στην παραγωγική δυναμική της χώρας. Παράλληλα, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει αδυναμίες στην παραγωγή προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας και στις εξαγωγές. Η ενίσχυση της μεταποίησης και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων θεωρείται από πολλούς απαραίτητη για ένα πιο ανθεκτικό παραγωγικό μοντέλο.
Δέκατο θέμα είναι ο ρόλος των τραπεζών και το κόστος της ενέργειας. Οι καταθέτες συνεχίζουν να διαμαρτύρονται για τα χαμηλά επιτόκια καταθέσεων, ενώ οι δανειολήπτες αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης. Αντίστοιχα, το ενεργειακό κόστος παραμένει βασική πηγή αβεβαιότητας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ακόμη και όταν οι διεθνείς τιμές υποχωρούν. Το ενδέκατο και ίσως πιο εκρηκτικό ζήτημα αφορά το ιδιωτικό χρέος. Χιλιάδες ελεύθεροι επαγγελματίες και νοικοκυριά έχουν συσσωρευμένες οφειλές προς εφορία, ασφαλιστικά ταμεία, τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης δανείων. Οι δεσμευμένοι λογαριασμοί, οι ρυθμίσεις πολλαπλών οφειλών και ο κίνδυνος πλειστηριασμών δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο για όσους προσπαθούν να διατηρήσουν ενεργή την επαγγελματική τους δραστηριότητα και ταυτόχρονα να αποπληρώσουν παλαιότερα χρέη.