Ο FDA ολοκλήρωσε μετά από εννέα μήνες, μία από τις μεγαλύτερες ανακλήσεις κατεψυγμένων θαλασσινών των τελευταίων ετών στις Ηνωμένες Πολιτείες, με τον τελικό απολογισμό να φτάνει τα 93.122 κιβώτια κατεψυγμένων γαρίδων, συνολικού βάρους 1.275.765 λιβρών, δηλαδή περίπου 579 τόνων προϊόντος, λόγω πιθανής επιμόλυνσης με το ραδιενεργό Καίσιο-137 (Cs-137). Το καίσιο-137 είναι ραδιενεργό ισότοπο με ημιζωή περίπου 30 ετών. Η κύρια επίπτωση που συνδέεται με μακροχρόνια και επαναλαμβανόμενη έκθεση σε χαμηλές δόσεις μέσω τροφίμων ή νερού είναι η αύξηση του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου εξαιτίας βλαβών στο γενετικό υλικό των κυττάρων.
Η υπόθεση αφορούσε την εταιρεία Southwind Foods LLC, η οποία προχώρησε σε εθελοντικές ανακλήσεις προϊόντων που διακινήθηκαν στην αμερικανική αγορά μεταξύ Ιουνίου και Σεπτεμβρίου 2025. Οι ανακλήσεις περιέλαβαν δεκάδες κωδικούς κατεψυγμένων ωμών και μαγειρεμένων γαρίδων που διατέθηκαν με τις εμπορικές ονομασίες Arctic Shores, Best Yet, Great American, Master Catch, First Street, Sand Bar και Tovala. Η αρχική ανάκληση ανακοινώθηκε τον Αύγουστο του 2025 και αφορούσε 11.081 κιβώτια προϊόντων. Έναν μήνα αργότερα ακολούθησε σημαντική επέκταση, η οποία κάλυψε συνολικά 93.122 κιβώτια. Η διαδικασία ολοκληρώθηκε επίσημα στις 28 Μαΐου 2026.
Τα προϊόντα διανεμήθηκαν σε περισσότερες από 30 πολιτείες των ΗΠΑ μέσω λιανεμπόρων, χονδρεμπόρων και δικτύων διανομής που εξυπηρετούν μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Σύμφωνα με στοιχεία της ανάκλησης, οι γαρίδες κατέληξαν σε περισσότερα από 20 εμπορικά δίκτυα, μεταξύ των οποίων οι Baker’s, City Market, Dillons, Food 4 Less, Fred Meyer, Kroger, Ralphs και Smith’s.
Η ανησυχία των αρχών επικεντρώθηκε στην πιθανότητα παρουσίας Cs-137 σε πρώτες ύλες και προϊόντα που είχαν υποστεί επεξεργασία από την ινδονησιακή εταιρεία PT. Bahari Makmur Sejati (BMS Foods).Ο FDA διερεύνησε αναφορές για πιθανή επιμόλυνση τόσο σε προϊόντα όσο και σε εμπορευματοκιβώτια μεταφοράς που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διακίνηση των γαρίδων.
Παράλληλα, οι έρευνες οδήγησαν στον εντοπισμό της πιθανής πηγής της μόλυνσης σε βιομηχανικό συγκρότημα της Ινδονησίας, όπου πραγματοποιούνταν δραστηριότητες που σχετίζονταν με τη διαχείριση και ανακύκλωση εξοπλισμού. Σε εγκαταστάσεις όπου γίνεται επεξεργασία και τήξη μετάλλων ανιχνεύτηκε Cs-137, πιθανόν από παλαιό ιατρικό εξοπλισμό που ανακυκλώθηκε ανεξέλεγκτα. Το ίδιο βιομηχανικό συγκρότημα φιλοξενούσε και τη μονάδα επεξεργασίας θαλασσινών της εταιρείας PT Bahari Makmur Sejati (BMS Foods), η οποία έχει ήδη τεθεί σε «κόκκινη λίστα» εισαγωγών από τις αμερικανικές αρχές.
Το Καίσιο-137 είναι τεχνητό ραδιοϊσότοπο που δημιουργείται ως παραπροϊόν πυρηνικών διεργασιών. Ίχνη του μπορούν να ανιχνευθούν στο περιβάλλον, ωστόσο αυξημένες συγκεντρώσεις σε τρόφιμα ή νερό αποτελούν αντικείμενο ιδιαίτερης προσοχής από τις υγειονομικές αρχές. Η έκθεση σε χαμηλά επίπεδα καισίου μέσω της διατροφής θεωρείται συνήθως ακίνδυνη. Ωστόσο, υψηλές συγκεντρώσεις ραδιενεργού καισίου στον οργανισμό μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία, όπως ναυτία, εμετό, διάρροια, εσωτερικές αιμορραγίες και, σε ακραίες περιπτώσεις, απώλεια συνείδησης ή θάνατο. Η σοβαρότητα των επιπτώσεων εξαρτάται από τη δόση, τη διάρκεια έκθεσης και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ατόμου.
Οι αμερικανικές αρχές ανέφεραν ότι δεν καταγράφηκαν περιστατικά ασθενειών ή τραυματισμών που να συνδέονται με τα ανακληθέντα προϊόντα. Παρ’ όλα αυτά, η ανάκληση πραγματοποιήθηκε προληπτικά, καθώς οι ημερομηνίες ανάλωσης πολλών προϊόντων εκτείνονταν έως και το 2027, γεγονός που σημαίνει ότι μέρος των ποσοτήτων θα μπορούσε να παραμένει σε οικιακούς καταψύκτες για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τη διάθεσή του στην αγορά.
Η υπόθεση αποτελεί μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις τα τελευταία χρόνια όπου μεγάλη ανάκληση τροφίμων συνδέθηκε με πιθανή ραδιενεργή επιμόλυνση και όχι με μικροβιολογικούς κινδύνους ή παρουσία αλλεργιογόνων ουσιών. Ο τελικός απολογισμός των περίπου 579 τόνων γαρίδας καταγράφει το πραγματικό μέγεθος μιας υπόθεσης που απασχόλησε τις αμερικανικές αρχές για περισσότερο από εννέα μήνες.