Ο θάνατος του Νίκου Καλογερόπουλου σε ηλικία 74 ετών άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό στον ελληνικό πολιτισμό, στον κινηματογράφο και στην καρδιά όσων αγάπησαν την αυθεντικότητά του. Ηθοποιός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ποιητής και ένας ασυμβίβαστος πνευματικός άνθρωπος, ο Καλογερόπουλος έζησε τη ζωή του με τους δικούς του όρους, αφήνοντας πίσω του μια τεράστια παρακαταθήκη. Ωστόσο, καθώς τα φώτα της δημοσιότητας στράφηκαν στο τελευταίο «αντίο» και στη νεκρώσιμη ακολουθία, μια ηχηρή και βαριά απουσία προκάλεσε ερωτηματατικά και συζητήσεις: η απουσία του Βασίλη Παπακωνσταντίνου.
Πώς είναι δυνατόν δύο άνθρωποι που μοιράστηκαν τέσσερις ολόκληρες δεκαετίες κοινής πορείας, δυσκολιων, γέλιου, οικοδομών και καλλιτεχνικών θριάμβων να μην συναντήθηκαν στο ύστατο χαίρε; Η απάντηση δεν είναι απλή, ούτε όμως και δεδομένη, καθώς πίσω από το μυστήριο της απουσίας κρύβεται μια βαθιά, σχεδόν μυθιστορηματική φιλία που σφράγισε μια ολόκληρη εποχή.
Από τις οικοδομές και τα πεντακοσάρικα στο Παρίσι
Η σχέση ανάμεσα στον Νίκο Καλογερόπουλο και τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου δεν ήταν μια τυπική σχέση του καλλιτεχνικού χώρου. Ήταν μια δεσμευτική, αδερφική φιλία που είχε ριζώσει στα δύσκολα χρόνια της νιότης, πολύ πριν τα φώτα της δημοσιότητας πέσουν επάνω τους. Ο ίδιος ο Καλογερόπουλος, με τον μοναδικό, αφοπλιστικό και λαϊκό τρόπο που τον διέκρινε, είχε περιγράψει την αρχή αυτής της πορείας σε συνέντευξή του στο OneMan.
«Είμαστε φιλαράκια από ουυυυυ…», είχε πει χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι οι δεσμοί τους κρατούσαν από τα χρόνια της αθωότητας και του μόχθου. Μάλιστα, ο Καλογερόπουλος διατηρούσε στενή φιλία όχι μόνο με τον κορυφαίο ερμηνευτή, αλλά και με τον αδελφό του, τον Αντρέα. «Με τον αδερφό του είμαστε φίλοι, δουλεύαμε οικοδομές μαζί», είχε αποκαλύψει με το αστείρευτο χιούμορ του, προσθέτοντας: «Εγώ εκεί σπούδασα το θέατρο, κατάλαβες; Ανωτάτη οικοδομική».
Στις διηγήσεις του, ο Νίκος Καλογερόπουλος συχνά γύριζε τον χρόνο πίσω στις εποχές της απόλυτης φτώχειας αλλά και της αλληλεγγύης. Θυμόταν χαρακτηριστικά την περίοδο που ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου είχε μόλις επιστρέψει από το Παρίσι, προσπαθώντας να βρει τον δρόμο του στη μουσική σκηνή. Τότε, τραγουδούσε στη Μαρίζα και κέρδιζε ένα πεντακοσάρικο κάθε βράδυ. «Το οποίο το μοιραζόμασταν και τρώγαμε όλοι απ’ αυτό», διηγιόταν γελώντας, αποτυπώνοντας την απόλυτη μοιρασιά της ζωής τους όταν το ψωμί και η φιλία ήταν τα μόνα τους εφόδια.
Η καλλιτεχνική κορύφωση: Ο «Καραϊσκάκης» και η έκρηξη
Χρόνια αργότερα, όταν οι δρόμοι τους είχαν πλέον εδραιωθεί ο καθένας στον τομέα του, οι δύο φίλοι αποφάσισαν να ενώσουν ξανά τις δυνάμεις τους καλλιτεχνικά. Το αποτέλεσμα ήταν μια από τις πιο δυνατές στιγμές της ελληνικής δισκογραφίας και του κινηματογράφου. Ο Νίκος Καλογερόπουλος, βασιζόμενος σε αυθεντικές, ακατέργαστες φράσεις του ήρωα της Επανάστασης Γεωργίου Καραϊσκάκη, έγραψε τους στίχους και τη μουσική για το τραγούδι που ακούστηκε στην ταινία του «Οι Ιππείς της Πύλου». Και ποιος άλλος θα μπορούσε να το ερμηνεύσει πέρα από τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου;
Το τραγούδι, γνωστό πλέον ευρέως ως «Καραϊσκάκης», έγινε συνώνυμο της ανυπακοής και της επαναστατικής ορμής, συνδεδεμένο ανεξίτηλα με τη φράση «Όταν γυρίσω θα τους…». Η συνεργασία αυτή προκάλεσε τεράστια συζήτηση και ποικίλες αντιδράσεις εξαιτίας των σκληρών, αληθινών εκφράσεων που περιείχε. Ωστόσο, ο Καλογερόπουλος το υπερασπίστηκε μέχρι τέλους: «Εγώ τα έχω τραγουδήσει και τα έχω πει ξανά και ξανά», τονίζοντας ότι το δημιούργησε αποκλειστικά «από την ψυχή μου».
Η κορύφωση αυτής της σχέσης προβλήθηκε δημόσια το 2013, όταν ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου ταξίδεψε μέχρι την Κυπαρισσία για να εμφανιστεί στο «Τρενοτεχνείο», τον εναλλακτικό πολιτιστικό χώρο που είχε στήσει με τα χέρια του ο Καλογερόπουλος. Ανάμεσα σε συγκινημένους θεατές, ο Καλογερόπουλος είχε αναφωνήσει από μικροφώνου: «Εγώ κι ο Βασίλης γιορτάζουμε και τα σαράντα χρόνια της φιλίας μας και της γνωριμίας μας». Από την πλευρά του, ο Παπακωνσταντίνου τον είχε αγκαλιάσει αποκαλώντας τον «τον παντοτινό μου φίλο» και ορίζοντας τη σχέση τους με μια μόνο λέξη: «Αδέρφια».
Το αινιγματικό «αντίο» και η απουσία που συζητήθηκε
Όλα τα παραπάνω δεδομένα καθιστούν τουλάχιστον αξιοπερίεργη την απουσία του Βασίλη Παπακωνσταντίνου από την κηδεία του Νίκου Καλογερόπουλου. Όταν ένας άνθρωπος που στάθηκε δίπλα σου στα πέτρινα χρόνια, που μοιράστηκε μαζί σου το τελευταίο πεντακοσάρικο και ύστερα ύψωσε τη φωνή του μέσα από τα τραγούδια σου φεύγει από τη ζωή, η φυσική παρουσία στο τελευταίο αντίο θεωρείται από πολλούς αυτονόητη.
Μέχρι στιγμής, δεν έχει δοθεί καμία επίσημη εξήγηση ή επιβεβαιωμένη δήλωση από το περιβάλλον του τραγουδιστή που να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους δεν μπόρεσε να παραστεί. Οι φήμες και οι εικασίες εύλογα δίνουν και παίρνουν, ωστόσο η δεοντολογία υπαγορεύει ότι δεν πρέπει να αποδίδεται η απουσία σε τυχόν προσωπικές ρήξεις ή παρεξηγήσεις χωρίς αποδείξεις. Στη ζωή των καλλιτεχνών, οι λόγοι μπορεί να είναι πεζοι –όπως σοβαροί λόγοι υγείας, επαγγελματικές υποχρεώσεις της στιγμής ή απλώς η αδυναμία ενός ανθρώπου να διαχειριστεί τη δημόσια θλίψη για την απώλεια ενός τόσο δικού του ανθρώπου.
Το πιο συγκινητικό ειρωνικό παιχνίδι της μοίρας
Αν υπάρχει κάτι που μετριοπαθεί την πίκρα αυτής της απουσίας, είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Νίκος Καλογερόπουλος αποχαιρέτησε οριστικά τα εγkήσια. Την ώρα που το φέρετρο με τη σορό του καλλιτέχνη έφευγε με προορισμό τη Ριτσώνα για την αποτεφρώση, οι παρευρισκόμενοι δεν επέλεξαν θρηνητικούς ύμνους ή πένθιμα εμβατήρια.
Ακούστηκε δυνατά ο «Καραϊσκάκης». Το τραγούδι που ο ίδιος εμπνεύστηκε και έγραψε, και που ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου απογείωσε με τη φωνή του. Έτσι, μέσα από τους στίχους και τη μουσική, η φιλία των σαράντα ετών «παρών» δήλωσε τελικά με τον πιο ηχηρό τρόπο, αποδεικνύοντας ότι οι αληθινοί δεσμοί δεν χρειάζονται πάντα παρουσίες σε νεκροταφεία για να μείνουν αθάνατοι. Ο Νίκος έφυγε, αλλά η ψυχή του, δεμένη με τα τραγούδια και τις μνήμες μιας ολόκληρης ζωής, θα συνεχίζει να αντηχεί.